Post 5

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΦΟΒΙΕΣ

Οι διαφορές του παιδικού φόβου από την παιδική φοβία εξαρτώνται από την ηλικία των παιδιών, τον τρόπο που εμφανίζονται, τη συχνότητα και το αντικείμενο ή την κατάσταση που αποτελεί το φοβικό ερέθισμα.

Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα στη ζωή μας, το οποίο εμφανίζεται από την έναρξή της κιόλας, από την βρεφική ηλικία. Η λειτουργία του αποσκοπεί στο να βοηθήσει το άτομο να διακρίνει τι είναι ακίνδυνο και τι επικίνδυνο. Οταν λοιπόν εντοπίσει το άτομο ότι κάτι είναι επικίνδυνο για εκείνο, ενεργοποιείται ο φόβος, ο συναγερμός του οργανισμού αλλιώς, που τον κάνει να θέλει να φύγει ή να παλέψει. Στην φοβία, όμως, ο συναγερμός αυτός έχει απορρυθμιστεί και , κατά μία έννοια, λειτουργεί λανθασμένα. 'Ετσι φοβόμαστε πράγματα που αντικειμενικά, ίσως (με την πρώτη ματιά), δεν είναι φοβογόνα. Εκεί, δηλαδή, ο φόβος δεν ανταποκρίνεται στο πόσο πραγματικά απειλητικό είναι το αντικείμενο ή η κατάσταση.

Τα παιδιά εκδηλώνουν διάφορους φόβους κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οι οποίοι αλλάζουν κατά την εξέλιξή τους. Αυτοί, ως έναν βαθμό, είναι αναγκαίοι, για να διακρίνει το παιδί, όπως προαναφέραμε, τι είναι επικίνδυνο και τι όχι. Οταν όμως αυτοί οι φόβοι φτάνουν να καθηλώνουν και να παγώνουν το παιδί, και βλέπουμε ότι δεν υποχωρούν ή το παιδί δε μπορεί να βρει τρόπους διαχείρισης αυτών, σημαίνει ότι αναπτύσσεται μία φοβία και θα πρέπει να εντοπιστεί.

Φυσιολογικοί φόβοι, για παράδειγμα, σε ένα βρέφος είναι να φοβάται τους ξαφνικούς θορύβους, το να αποχωριστεί τους γονείς του και να δει ένα άγνωστο πρόσωπο. Καθώς, όμως, το βρέφος μεγαλώνει ξεπερνά αυτό τον φόβο και στο νηπιαγωγείο μπορεί να φοβάται τα ζώα ή το σκοτάδι. Αυτοί οι φόβοι μπορεί να το ακολουθήσουν. Γύρω στα 8 με 9 έτη το παιδί φοβάται καταστάσεις σχετιζόμενες με την πραγματικότητα, για παράδειγμα μην γίνει κάποια φυσική καταστροφή και άλλα. Τα πολύ μικρά παιδιά δεν έχουν την λεκτική ικανότητα να πουν ότι φοβούνται. Αλλά ακόμα και αν μπορούν να μιλήσουν, σε μεγαλύτερη ηλικία, κάποια ντρέπονται και δεν το κάνουν. Τα μικρότερα παιδιά έχουν τρόπους να το δείχνουν έμμεσα, είτε από συμπεριφορές, είτε απο σωματικά συμπτώματα. Για παράδειγμα, μπορεί το παιδί να γκρινιάζει στην έκθεσή του στο φοβογόνο ερέθισμα ή να μην θέλει να πάει σε εκείνο το φοβογόνο μέρος. Πολλά παιδιά, ειδικά στην σχολική φοβία, παραπονιούνται για πόνους, λένε ότι πονάει η κοιλιά τους για να μην πάνε σχολείο.

Η φοβία είναι μία υπερβολική, έντονη και επίμονη αντίδραση φόβου, καθαρά υποκειμενική και εντελώς δυσανάλογη με το μέγεθος του πραγματικού κινδύνου ή της επικείμενης απειλής, που έχει ως αποτέλεσμα μια συμπεριφορά αποφυγής του παιδιού και έντονη ενόχληση. Tο άτομο αντιδράει ακριβώς σα να απειλείται η ζωή του, ενώ οι λόγοι δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικοί. Σε αυτή την περίπτωση, ο φόβος που πυροδοτείται και οι σωματικές αντιδράσεις (εκδηλώσει συμπτώματα όπως εφίδρωση, έντονο τρόμο, πόνο στο στομάχι, εμέτους) ξεφεύγουν από τη φυσιολογική λειτουργία του άγχους, εκδηλώνονται πλέον ως φοβία . Ολο αυτό έχει σαν συνέπεια το να εμποδίζεται σημαντικά η λειτουργικότητά του στην καθημερινότητα. Θα μπορούσε , λοιπόν, κανείς να πει ότι η φοβία είναι ένα παθολογικό άγχος που ξεπηδά σε συγκεκριμένες περιστάσεις.

Ενδεικτικά κάποιες φοβίες είναι: φοβία του αίματος, των ασθενειών, των ενέσεων, των μικροβίων, των αραχνών, των ποντικών, Αγοραφοβία, Κλειστοφοβία, Κοινωνική φοβία, φόβος αποτυχίας και κριτικής, φόβος έκφρασης άρνησης.

Ενας τρόπος να παγιωθεί η φοβία είναι και μέσω των προτύπων μάθησης, από αυτά που ακούει και βλέπει το παιδί από τους σημαντικούς για εκείνο ανθρώπους (οικογένεια, σχολείο, ήρωες παιδικών). Συνεπώς, ο τρόπος που οι σημαντικοί Αλλοι διαχειρίζονται τους φόβους τους ή αντιμετωπίζουν κάποιες καταστάσεις και η αντίληψη που έχουν για αυτές επηρεάζει τον κόσμο του παιδιού. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν μια βιολογική ευαλωτότητα στον φόβο.

Είναι σημαντικό να βοηθήσουμε το παιδί να αποκτήσει δεξιότητες, με τις οποίες θα μπορεί να αντιμετωπίζει καλύτερα το φόβο του. Οι γονείς μπορούν να φέρουν το παιδί σταδιακά αντιμέτωπο με το φοβικό ερέθισμα κάτω, όμως, από συνθήκες που εκείνο θα νιώθει ασφαλές. Επιπλέον, με τη συμπεριφορά τους μπορεί να αποτελέσουν μιμητικά πρότυπα για το παιδί. Ενα παιδί που φοβάται το σκοτάδι, αλλά βλέπει τη μητέρα του να μπαίνει σε ένασκοτεινό δωμάτιο χωρίς άγχος, θα νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερη ανησυχία. Μια δεύτερη λύση είναι να αφήνουν οι γονείς αναμμένο ένα χαμηλό φως το βράδυ κατά τη διάρκεια του ύπνου. Το σημαντικότερο είναι οι γονείς να μην θεωρήσουν παράλογο τον φόβο του παιδιού, αλλά να συζητήσουν και να δουν τι φοβάται. Καλό είναι, λοιπόν, να μην πετάμε το παιδί στα βαθειά κατευθείαν, δηλαδή σ' αυτό που φοβάται, γιατί αυτό μπορεί να εγκαταστήσει τον φόβο και παράλληλα να πλήξει την εμπιστοσύνη που εχει το παιδί στον γονέα.

Οι φοβίες χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση από παιδοψυχολόγους, διότι σπάνια υποχωρούν από μόνες τους. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αντικαθίστανται από άλλες φοβίες, δηλαδή αλλάζει το φοβικό ερέθισμα, μετατίθεται, ή γενικεύονται και σε άλλους τομείς της ζωής του παιδιού. Συνεπώς, οι φοβίες είναι θεραπεύσιμες και η πιο ενδεδειγμένη μέθοδος είναι η ψυχοθεραπεία.

Κατερίνα Χονδρομπύλα
Ψυχολόγος, Ειδικευμένη στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία & Ειδική Αγωγή

 

προηγούμενο άρθρο                                                                              επόμενο άρθρο